Οι μισθωτοί δικαιούνται να απουσιάσουν από την εργασία τους λόγω ασθένειας χωρίς συνέπειες και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποχώρησαν οικειοθελώς και η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να συνεχίζεται ενώ παράλληλα ο μισθός και τα ημερομίσθια καταβάλλονται με ορισμένες προϋποθέσεις. Επομένως οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν την επιστροφή των μισθωτών στην εργασία τους.
Ως “βραχεία διάρκειας” ασθένεια, βάσει του Ν.4558/30, θεωρείται αυτή που διαρκεί, πάντα στον ίδιο εργοδότη από:

Ένα μήνα για όσους υπηρετούν μέχρι 4 χρόνια

Τρεις μήνες για όσους υπηρετούν από 4 μέχρι 10 χρόνια

Τέσσερις μήνες για όσους υπηρετούν από 10 μέχρι 15 χρόνια

Έξι μήνες για όσους υπηρετούν από 15 χρόνια και πάνω

Η έννοια της παραπάνω διάταξης είναι ότι ο εργοδότης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρήσει ως οικειοθελή αποχώρηση την απουσία του εργαζομένου μέσα στα παραπάνω χρονικά όρια και για τους παραπάνω λόγους, ασθένεια, λοχεία.

Ασθένεια μεγαλύτερης διάρκειας δε θεωρείται παραίτηση

Κάθε ασθένεια μεγαλύτερης διάρκειας δεν μπορεί απαραίτητα να θεωρηθεί ότι αποτελεί και παραίτηση από την εργασία χωρίς να εξεταστούν οι λόγοι αποχής και της πρόθεσης ή μη του εργαζόμενου σε παραίτηση. Για να κριθεί κάτι τέτοιο πρέπει να αποδειχθεί παράλληλα βούληση, θέληση του εργαζόμενου να παραιτηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με αποχή που οφείλεται σε άλλους λόγους.
Αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους μετά τη λήξη της ασθενείας ή των λόγων της μετά τη λήξη της αποχής, θεωρώντας ότι έχουν αποχωρήσει οικειοθελώς, μπορούν να διεκδικήσουν, όπως και στην άκυρη απόλυση, είτε μισθούς υπερημερίας και διατήρηση της θέσης εργασίας, είτε την αποζημίωση απολύσεως.

Πώς πληρώνεται η ασθένεια – Επιδομα ασθενείας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α. Ν 178/1967, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει σε περίπτωση απουσίας του εργαζόμενου από την εργασία συνεπεία ασθένειας, όσες φορές ασθενήσει τρεις (3) ή λιγότερες ημέρες το μισό των αποδοχών του για τις οποίες δεν καταβάλλεται επίδομα από το ΙΚΑ και μια φορά το μισό πάλι των αποδοχών του, αλλά για τις τρεις (3) πρώτες ημέρες της τυχόν μεγαλύτερης των τριών ημερών ασθενείας του για τις οποίες επίσης δεν καταβάλλεται επίδομα από το ΙΚΑ. Οι άμεσα ασφαλιζόμενοι που εργάζονται δικαιούνται επίδομα ασθένειας εφόσον διαπιστωθεί προσωρινή ανικανότητα για εργασία 4 ημέρες και πάνω από τον θεράποντα γιατρό του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. (Mετά τις 15 ημέρες απαιτείται και γνωμάτευση Αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής). Σε περίπτωση δεύτερης, τρίτης κ.λπ. ασθένειας του μισθωτού μεγαλύτερης των τριών ημερών, εντός του ίδιου εργασιακού έτους, την επιδότηση για όλες τις ημέρες της ασθένειας αναλαμβάνει το Ι.Κ.Α. ή άλλος ασφαλιστικός οργανισμός ενώ ο εργοδότης υποχρεούται μόνο σε συμπλήρωση του ημερησίου μισθού και μέχρι τη συμπλήρωση 25 ημερών όταν ο ασφαλισμένος εργάζεται πάνω από ένα έτος στην επιχείρηση και 15 ημερών όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμπληρώσει έτος. Σημειώνεται ότι τα επιδόματα ασθενείας που καταβάλλονται στους δικαιούχους που παίρνουν αναρρωτική άδεια, θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (ΣΤ Πηγής) και υπόκεινται σε φορολογία εισοδήματος.

Για να επιδοτηθεί ο εργαζόμενος από το ΙΚΑ, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχουν συμπληρωθεί 100 ημέρες εργασίας τον προηγούμενο χρόνο ή στο τελευταίο 15μηνο, χωρίς να υπολογίζονται οι τρεις τελευταίοι μήνες και από 1/1/2009 θα αυξάνονται ανά δέκα (10) και μέχρι εκατόν είκοσι (120).

Το ύψος του επιδόματος εξαρτάται από τις αποδοχές των 30 τελευταίων ημερών που έχει ο εργαζόμενος στο προηγούμενο έτος.

Ειδικότερα όμως για τις πρώτες 15 ημέρες επιδότησης κάθε έτους μετά το τριήμερο του χρόνου αναμονής το ποσό του επιδόματος ασθένειας είναι ίσο με το 50% του ημερήσιου επιδόματος ασθένειας της ασφαλιστικής κλάσης που καθορίζεται με βάση τις 30 τελευταίες ημέρες του προηγούμενο έτους, με εξαίρεση τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους που παραμένουν στο 50% του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής τους κλάσης.

Το ανώτατο όριο επιδότησης λόγω ασθενείας για την ίδια πάθηση ανέρχεται σε 720 ημέρες και για διαφορετικές παθήσεις μέσα στον ίδιο χρόνο σε 182 ημέρες, εφόσον βέβαια υπάρχουν οι ανάλογες χρονικές προϋποθέσεις.

Η επιδότηση για την ίδια πάθηση ακολουθεί τα εξής στάδια:

α. 182 ημέρες αν υπάρχουν οι απαραίτητες χρονικές προϋποθέσεις δηλαδή 100 ημέρες εργασίας μέσα στο προηγούμενο ημερολογιακό έτος η 15μηνο και από 1/1/2009 θα αυξάνονται ανά δέκα (10) και μέχρι εκατόν είκοσι (120)

β. Μετά την συμπλήρωση των 182 ημερών και μέχρι 360 ημέρες πρέπει να υπάρχουν 300 ημέρες εργασίας μέσα στα δύο χρόνια τα αμέσως προηγούμενα της αναγγελίας της πάθησης η στο 30μηνο και

γ. Μετά την συμπλήρωση των 360 ημερών πρέπει να υπάρχουν οι αυξημένες προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 4 του ΑΝ. 1846/51 (συνταξιοδότηση αναπηρίας) για την συνέχιση της επιδότησης μέχρι 720 ημέρες

Δικαιολογητικά

Απόσπασμα Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης ή Βεβαίωση Εργοδότη επικυρωμένη από το Υποκ/μα ΙΚΑ – ΕΤΑΜ που ελέγχει τον εργοδότη
Βιβλιάριο υγείας (ατομικό και οικογενειακό)
Διακοπή εργασίας και
Γνωμάτευση ανικανότητος του θεράποντος γιατρού/Γνωμάτευση Υγ/κης Επιτροπής

Ηλικία Χρον.
Ασφάλισης
Ηλικία Χρον.
Ασφάλισης
Μέχρι το
… έτος
Ημέρ. Εργασίας Μέχρι το
… έτος
Ημέρ. Εργασίας
21ο 300 38ο 2340
22ο 420 39ο 2460
23ο 540 40ο 2580
24ο 660 41ο 2700
25ο 780 42ο 2820
26ο 900 43ο 2940
27ο 1020 44ο 3060
28ο 1140 45ο 3180
29ο 1260 46ο 3300
30ο 1380 47ο 3420
31ο 1500 48ο 3540
32ο 1620 49ο 3660
33ο 1740 50ο 3780
34ο 1860 51ο 3900
35ο 1980 52ο 4020
36ο 2100 53ο 4140
37ο 2220 54ο 4200